HOME | DD

litsadav — THE OLD ROCKER
#fascism #funeral #murder #musician #rapper #singer
Published: 2020-04-26 21:35:18 +0000 UTC; Views: 346; Favourites: 15; Downloads: 0
Redirect to original
Description Ο ΓΕΡΟ-ΡΟΚΑΣ
      Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου τρύπωναν από τις γρίλιες των κλειστών παντζουριών και σχεδίαζαν φωτεινές διακεκομμένες γραμμές στο πάτωμα του σκοτεινού δωματίου. Το σκουπιδιάρικο γρυλίζοντας και βογκώντας πέρασε από το στενό δρομάκι και κάλυψε τα πρωινά κελαηδήματα των σπουργιτιών στα λιγοστά δέντρα. Μια ηλιόλουστη ημέρα ξεκινούσε.
      Ο άνδρας ανακάθισε στο κρεβάτι και έτριψε τα μάτια του. Έπιασε τα γυαλιά από το τραπεζάκι, τα φόρεσε αναστενάζοντας και πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα πυκνά γκρίζα μαλλιά, στρώνοντάς τα. Με το γυμνό του πόδι έσπρωξε στο πλάι το ξέχειλο τασάκι, μοναδικό μάρτυρα της άγρυπνης νύχτας του και σηκώθηκε μουδιασμένα. Λίγο αργότερα, με μια κούπα δυνατό καφέ στο ένα του χέρι και το πακέτο τα τσιγάρα στο άλλο, κατέρρευσε στον καναπέ απέναντι από την ανοιχτή τηλεόραση. Πρώτη είδηση σ’ όλα τα κανάλια η χθεσινή δολοφονία του νεαρού μουσικού, που θρυμμάτισε την ψευδαίσθηση και μέσα από τα θρύψαλα ξεπρόβαλε το κεφάλι του φιδιού. Ειδικοί να εξηγούν τις αιτίες ανόδου του φασισμού, αυτόπτες μάρτυρες να δίνουν συνεντεύξεις και πλάνα από τον τόπο της δολοφονίας, με το άλικο αίμα ζωντανό ακόμα στο πεζοδρόμιο της υποβαθμισμένης γειτονιάς. Οι αποσβολωμένοι τηλεθεατές ξυπνούσαν απότομα από το λήθαργο της πλάνης τους.
      Το φοβερό μαντάτο συγκλόνισε την απορροφημένη από τα μνημόνια Ελλάδα. Έλληνας να πεθαίνει από χέρι Έλληνα για πολιτικές διαφορές ήταν κάτι ξεχασμένο σ’ αυτόν τον τόπο και ξύπνησε τρομακτικές μνήμες. Μα περισσότερο πανικόβαλε το πολιτικό σύστημα της χώρας που χρειάζονταν την παθητικότητα των πολιτών για να περάσει τα μέτρα που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει. Καιρό τώρα οι άοκνες προσπάθειες των εντεταλμένων του συγκάλυπταν το ρήγμα στον ιστό της κοινωνίας και συσκότιζαν το ξύπνημα του παλιού εφιάλτη. Μα γνώριζαν πως κάτω από την φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια, σιγόβραζαν οι παλιές αντιπαλότητες και τα ξεχασμένα αιτήματα εγείρονταν επιτακτικά. Και ήρθε η στιγμή που η χύτρα πέταξε το καπάκι και η πραγματική εικόνα αναδύθηκε μαζί με τους ατμούς.
      Ο μεσήλικας άνδρας εισέπραξε την είδηση σαν ηχηρό χαστούκι στο μάγουλό του που τον αφύπνισε από τη νάρκη πολλών χρόνων. Του ήταν αδιανόητο πως ένας δημιουργός δολοφονήθηκε για τους στίχους των τραγουδιών του. Αν ήταν μερικές δεκαετίες πιο πριν, αυτός ο μουσικός θα μπορούσε να ήταν φίλος και σύντροφός του. Αισθάνθηκε πως το παρελθόν του επέστρεψε να τον ελέγξει και τον βρήκε βολεμένο, αποξεχασμένο στις ηδονές της καθημερινότητάς του. Δεν ντρέπονταν για την αναγνώριση που απολάμβανε ούτε για τα χρήματα που κέρδιζε από το έργο του. Ήταν περήφανος για τη μουσική του που, βγαλμένη από την ψυχή του σε δύσκολους καιρούς, εξύψωνε τις καρδιές και αφύπνιζε τις συνειδήσεις. Σε καιρούς που οι περισσότεροι δημιουργοί λούφαζαν, αυτός αρνήθηκε να σωπάσει. Μυστικά ηχογραφούσε τα τραγούδια του και τα κυκλοφορούσε παράνομα. Εικόνες από συναυλίες που κατέληγαν σε κυνηγητά με ασφαλίτες και παρακρατικούς, παθιασμένες συζητήσεις στα φοιτητικά στέκια, μισοσκότεινες στενόχωρες μπουάτ, ασφυκτικά γεμάτες καπνό και στίχους, πέρασαν σαν ταινία από μπροστά του. Σαν το κεχριμπάρι που διατηρεί μέσα του ανέπαφο το έντομο, η μνήμη του διέσωσε αναλλοίωτες τις στιγμές της έξαψης, της ψυχικής ανάτασης και της πνευματικής έξαρσης εκείνης της εποχής, της πιο παραγωγικής της ζωής του. Πόσο μακρινά του φαίνονταν τώρα όλα αυτά. Αναπαυμένος αυτάρεσκα στην ασφάλεια που απόκτησε εξαργυρώνοντας τους κινδύνους του αγώνα του, αναλίσκονταν σε συζητήσεις για ποσοστά και σε κριτικές για το λάιφ στάιλ της εποχής. Όχι, δεν αισθάνονταν ενοχές.
      Μέχρι χθες. Σήμερα ήταν μια διαφορετική μέρα. Οι αυταπάτες του διαλύθηκαν μέσα στο αίμα ενός νέου ανθρώπου. Σίγουρα κάτι πρέπει να πήγε πολύ λάθος για να δολοφονούνται καλλιτέχνες. Κάπου στην πορεία, όσο αυτός κοιτούσε τη ζωή και την καριέρα του, κάτι στράβωσε και δεν το αντιλήφθηκε. Στο μεταξύ καινούργιες γενιές ανδρώθηκαν με τα προβλήματα και τις αγωνίες τους. Αυτός όμως, αντί ν’ αφουγκραστεί τις ανάγκες τους, είχε κλείσει τα αφτιά στις φωνές τους. Απορροφημένος από τον τρυφηλό του βίο, αμέλησε τα αιώνια ανικανοποίητα αιτήματα.
      Ο άνδρας έστρεψε τα κόκκινα μάτια του στην ακουμπισμένη στον τοίχο κιθάρα και συνειδητοποίησε πως είχε πολύ καιρό να την πιάσει στα χέρια του και να γράψει. Δεν είχε πλέον τίποτα να πει. Δεν καταλάβαινε τα νέα παιδιά ούτε τα τραγούδια τους. Η μουσική που αγαπούσαν, ένα συνονθύλευμα ακούγονταν στ’ αφτιά του. Και οι στίχοι τους ακατάληπτοι γι’ αυτόν, λέξεις που δεν αντιλαμβάνονταν το νόημά τους. Κι όμως γι’ αυτές τις λέξεις ένας δημιουργός δολοφονήθηκε. Τα τραγούδια του ενοχλούσαν τόσο, που τα πλήρωσε με τη ζωή του. Ο γερο-ροκάς ένιωσε μέσα του το δάγκωμα της ζήλιας. Συνειδητοποίησε όμως και την συγγένεια, διέκρινε το αδιόρατο νήμα που τον έδενε με τον αδικοσκοτωμένο και το αποφάσισε. Θα πήγαινε στην κηδεία του, ταπεινός προσκυνητής του πνεύματος που αγωνίζεται για τις αέναες αξίες.
      Στάθηκε παράμερα, άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους και παρατηρούσε το πολύχρωμο πλήθος που συνέχιζε να καταφτάνει για να συνοδεύσει τον ανθοστολισμένο νέο στην τελευταία διαδρομή του. Οι περισσότεροι περιμένοντας υπομονετικά την έξοδό του από την εκκλησία, τραγουδούσαν τα τραγούδια του για να μην αισθάνεται μόνος. Άνοιξε τα αφτιά του και άκουγε προσηλωμένος τους στίχους που πληρώθηκαν με μια ζωή. Τώρα που τους πρόσεχε, δεν του ήταν πια ακατάληπτοι. Μιλούσαν για τα ίδια πράγματα που τραγουδούσε και αυτός χρόνια πριν, σε μια άλλη εποχή.
      Το ανθρωποποτάμι κινήθηκε ακολουθώντας τον νέο στο τελευταίο του σπίτι, παρασύροντας τον γερο-ροκά στην ορμή του. Άνθρωποι κάθε ηλικίας προχωρούσαν δίπλα του, μ’ αποφασιστικό βήμα και πύρινα βλέμματα. Η πορεία φούσκωνε από οργή και θυμωμένες φωνές υψώθηκαν αυθόρμητα. Το σύνθημα «Θάνατος στο φασισμό!» συντάραξε την αποχαυνωμένη πολιτεία. Ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική στήλη του άνδρα. Ένα χέρι τον τράβηξε απότομα. Γύρισε και αντίκρισε δυο ξεπλυμένα γαλάζια μάτια να τον περιεργάζονται μ’ ενδιαφέρον. Στο αξύριστο μακρυμάλλικο κεφάλι αναγνώρισε με λίγη προσπάθεια τον παλιό του συναγωνιστή από τα χρόνια της δικτατορίας. «Έλα», του είπε, «είναι κι οι άλλοι εδώ» και τον έσυρε μαζί του.
      Και ήταν όλοι εκεί. Μ’ ασπρισμένα κεφάλια και ρυτιδωμένα πρόσωπα, με γερτούς ώμους και κοιλιές να εξέχουν από τις ζώνες των παντελονιών. Μα περπατούσαν περήφανα, με ζωηρό βήμα και φωτεινά μάτια, πιασμένοι σε αλυσίδα. Κ' οι βροντερές φωνές τους έδιναν το σύνθημα. «Το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει!». Άνοιξαν την αλυσίδα κι ο γερο-ροκάς όρθωσε το κορμί του κι έγινε ένας απ’ αυτούς. «Αθάνατος!» Η κραυγή διέτρεξε αφρισμένο κύμα την ανθρωποθάλασσα. «Ένας ακόμα» σκέφτηκε θλιμμένα κι ένωσε τη φωνή του με τους υπόλοιπους. Ο χρόνος γύρισε δεκαετίες πίσω.
Related content
Comments: 1

kdph [2020-07-16 22:25:01 +0000 UTC]

👍: 0 ⏩: 0